Το Μοιρολόι Διαταγή

Στη Μάνη, τα μοιρολόγια δεν είναι μόνο τραγούδια πόνου· είναι εντολές αίματος.

Ήταν ένα μεσημέρι του καλοκαιριού, όταν ανέβηκα σ’ ένα παλιό μανιάτικο σπίτι για να φωτογραφίσω φορεσιές για το Mitos Project. Η πέτρα έβραζε από τη ζέστη κι η αυλή μύριζε θρούμπι, καμένο ξύλο κι αλμύρα.

Η γιαγιά που με περίμενε είχε το βλέμμα βαθύ, σαν να ’χε δει πολλά και να τα κουβαλούσε όλα μέσα της.
Άνοιξε το μπαούλο κι έβγαλε φορεσιές. Ύφασμα χοντρό, βαμμένο με φυτικές βαφές, μουσκεμένο από καπνό, ιδρώτα και μνήμη.
– «Φωτογράφισέ τα», μου είπε. «Να μη χαθούν.»

Κι ενώ έστηνα τη μηχανή, άρχισε να μιλά. Δεν ήταν απλά ιστορία. Ήταν εξομολόγηση.

Η μάνα και το μοιρολόι

«Μια γυναίκα γέννησε δέκα παιδιά», μου είπε. «Μα έζησαν μόνο δύο. Όλα τ’ άλλα χάθηκαν πριν δουν τον ήλιο. Έτσι, ό,τι της έμενε το ’σφιγγε σαν αίμα και σαν φωτιά.

Μα ήρθε μέρα που της σκότωσαν τον άντρα σε βεντέτα. Τον έφεραν στην αυλή. Τον έπλυναν με κρασί, να φύγει το αίμα. Τον έντυσαν με τα καλά του, να φύγει όρθιος σαν άρχοντας. Όλοι περίμεναν τον θρήνο.

Μα εκείνη στάθηκε από πάνω του κι αντί για δάκρυα, έβγαλε φλόγα από το στόμα της. Μίλησε με μαχαίρια:

Αχ, πέτρα σκορπισμένη στο μονοπάτι,
ποιος σε κλώτσησε και μ’ άφησε ξυπόλητη;
Σηκώστε τις πέτρες, παιδιά μου,
κάντε τες μαχαίρια,
ρίξτε τες εκεί που το αίμα ζητά.


«Η “πέτρα” είχε όνομα», είπε η γιαγιά. «Κι όλοι το ήξεραν.»

Κι ύστερα, με φωνή σκληρή σαν σίδερο, είπε ξανά»:
Αχ, πουλί με μαύρα φτερά,
και κόκκινα μάτια,

να μη χαρείς τον ήλιο που ανατέλλει.
Σαν θα σε βρουν στο κατώφλι σου,
να σε προδώσει η ίδια σου η ανάσα.


Δεν ειπώθηκε όνομα. Δεν χρειαζόταν. Το μοιρολόι τον έδειξε, δεν ήταν θρήνος· ήταν εντολή. Ο φονιάς είχε καταδικαστεί. Το χρέος πέρασε στον τελευταίο της γιο.

Η μάχη

«Ο γιος πήρε το μαχαίρι. Δεν είπε κουβέντα. Ξεκίνησε μόνος, μέσα στη νύχτα.
Κι όταν τον βρήκε, δεν σώθηκε κανείς. Χτυπήθηκαν σαν λύκοι δεμένοι. Ο ένας έσφαξε τον άλλον. Σκοτώθηκαν και οι δύο.
Κι έτσι η μάνα έχασε και τον τελευταίο της γιο. Μαζί του έσβησε κι η ελπίδα.»

Η κόρη

«Μα υπήρχε και κόρη. Η μοναχοκόρη.
Αγαπούσε κρυφά εκείνον που το μοιρολόι είχε σημαδέψει. Τη νύχτα που ακούστηκαν τα λόγια, έτρεξε να τον βρει.
– “Φύγε”, του είπε. “Η μάνα μου σ’ έδειξε. Το μοιρολόι σου γράφτηκε θάνατος.”

Κι εκείνος χαμογέλασε πικρά.
– “Για σένα θα μείνω”, της είπε.

Κι έμεινε. Και το αίμα χύθηκε.
Η κόρη θρήνησε, μα το μοιρολόι της ήταν κραυγή, όχι εντολή. Από τότε μαράζωσε. Δεν παντρεύτηκε, δεν γέννησε, δεν τραγούδησε ξανά. Έμεινε σκιά, στο ίδιο σπίτι, ώσπου πέθανε.»

Η αποκάλυψη

Η γιαγιά σώπασε. Το βλέμμα της γυάλισε. Άπλωσε το χέρι και χάιδεψε τα φορέματα που είχα απλώσει.
– «Αυτά ήταν της κόρης μου», ψιθύρισε. «Γι’ αυτό σε φώναξα. Για να μη χαθούν κι αυτά. Γιατί χάθηκε κι εκείνη από τα λόγια μου.»
Στον καρπό της φορούσε ένα κορδόνι ξεθωριασμένο, με τρεις κόμπους.
– «Έναν για τον άντρα μου. Έναν για τον γιο μου. Έναν για την κόρη μου.»

Κι εκεί κατάλαβα. Δεν μου έλεγε μια παλιά μανιάτικη ιστορία. Μου έλεγε τη δική της. Η ίδια ήταν η μάνα που με το μοιρολόι της είχε σημαδέψει.

Έφυγα με τις φωτογραφίες στην μηχανή. Μα δεν ήταν μόνο φορεσιές· ήταν μαρτυρίες ενός άγραφου νόμου που θρέφει τον θρήνο με αίμα και κρατά τη μνήμη με εκδίκηση.

Κι έμαθα το μάθημα της Μάνης:
Τα μοιρολόγια δεν είναι μόνο θρήνος.
Είναι κώδικας.
Είναι εντολή.
Είναι λόγια πιο κοφτερά κι από μαχαίρια.

Κι η ευθύνη είναι δική μας:
ποια λόγια αφήνουμε να ζήσουν, ποιες φωτογραφίες αφήνουμε να φανούν!

Στην αρχή νόμιζα πως άκουγα θρύλο. Στο τέλος είδα τον νόμο της Μάνης να ζωντανεύει:
Στη Μάνη, τα λόγια σκοτώνουν.


Το μοιρολόι στη Μάνη δεν ήταν απλή ποιητική έκφραση. Ήταν μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου. Σε μια κοινωνία όπου το κράτος δεν μπορούσε να επιβάλει δικαιοσύνη, ο λόγος της μάνας γινόταν νόμος.

Το μοιρολόι κατονομάζει χωρίς να λέει όνομα, καταδικάζει χωρίς δικαστήριο, δίνει εντολή χωρίς γραπτό διάταγμα. Όλοι γνώριζαν πως τα λόγια αυτά είναι διαταγή. Έτσι αναπαράγονταν οι βεντέτες: κάθε θρήνος έφερνε νέο αίμα.

Πρόκειται για έναν άγραφο κώδικα τιμής. Ο θρήνος γινόταν ξίφος· ο λόγος μετατρεπόταν σε εντολή.

Στην παράδοση, ο λόγος είναι δημιουργός και φορέας δύναμης. Μπορεί να γίνει ευλογία, μπορεί να γίνει κατάρα.
Το μοιρολόι της μάνας δεν ήταν μόνο ανθρώπινος θρήνος. Ήταν επίκληση που πήρε μορφή κατάρας. Οι λέξεις της σφράγισαν τη μοίρα των παιδιών της. Και η ίδια έμεινε μόνη, φυλακισμένη από τον ίδιο της τον λόγο.

Η ιστορία αποκαλύπτει την πνευματική διάσταση της ομιλίας: κάθε λέξη έχει βάρος, δύναμη που επιστρέφει.
Ό,τι ξεστόμισε η μάνα, το πλήρωσε στο ίδιο της το αίμα.

Η μανιάτικη παράδοση μας διδάσκει πως τα λόγια δεν είναι ποτέ αθώα. Έχουν τη δύναμη να θεραπεύσουν ή να καταστρέψουν, να ενώσουν ή να σκοτώσουν.
Το μοιρολόι μπορεί να είναι μνήμη. Μα μπορεί να είναι και εντολή.
Και τότε, τα λόγια γίνονται πιο κοφτερά κι από μαχαίρια.

Ας μιλάμε κι ας φωτογραφίζουμε σαν να κάνουμε μία καλή πράξη,
γιατί ό,τι βγαίνει από μέσα μας επιστρέφει σε εμάς – καλό ή κακό.


«Μὴ πλανᾶσθε· Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται· ὃ γὰρ ἐὰν σπείρῃ ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει.»

Καινή Διαθήκη, Προς Γαλάτας Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, κεφάλαιο 6, στίχος 7.

Οκτώβριος 02, 2025

Contact Form

Don’t miss any secrets hidden behind the photos!
Subscribe to discover all the amazing mysteries with us!